ρουμάνι

το, Ν
έκταση με πυκνή θαμνώδη βλάστηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. orman (πρβλ. ορμάνι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρουμάνι — [румани] ουσ. о. лес, заросль, чаща …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ρουμάνι — το (λ. τουρκ.), πυκνό δάσος, λόγγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • раменье — густой лес; лес, примыкающий к полям , рамень ж. – то же, рама окраинная область , др. русск. рама граница, пашня, примыкающая к лесу , рамениɪе лес по краю пашни, опушка леса , рамьнъ сильный, огромный . Вероятно, связано с рамяный (см.).… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • ορμάνι — το πυκνό δάσος, ρουμάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. orman] …   Dictionary of Greek

  • Ταμπουρίνι, Αντόνιο — (Tamburini, 1808 – 1876). Ιταλός βαθύφωνος. Αφού για ένα χρονικό διάστημα έπαιξε δευτερεύοντες ρόλους σε επαρχιακά θέατρα, σημείωσε την πρώτη του επιτυχία στη Μπολόνια και κατόπιν στην Πλακεντία, όπου το 1819 θριάμβευσε στα μελοδράματα: Η… …   Dictionary of Greek

  • δάσος — το τόπος που καλύπτεται από δέντρα και θάμνους, κυρίως άγριος λόγγος, ρουμάνι: Το καλοκαίρι πάντα πηγαίνουμε εκδρομές στο δάσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.